Χριστίνα Δημητριάδη

Η Χριστίνα Δημητριάδη, ελληνο-γερμανικής καταγωγής, γεννήθηκε το 1967 στη Θεσσαλονίκη. Σπούδασε στο Film/Video Arts της Νέας Υόρκης (1993), στο Parsons School of Design/New School for Social Research (πτυχίο στις καλές τέχνες, 1992). «Η Χριστίνα Δημητριάδη», όπως αναφέρει ο Σωτήρης Μπαχτσετζής, «χρησιμοποιεί τη φωτογραφία ως μέσο για να εκφράσει μια αυτοβιογραφική στάση βασισμένη στις ανθρώπινες σχέσεις σε συνάρτηση με την έννοια της ταυτότητας. Στις αυστηρά δομημένες φωτογραφίες της  επικρατεί ένας σχεδόν αρχιτεκτονικός τόνος, μια απόλυτα μινιμαλιστική σκηνοθεσία όπου είναι εμφανής η έλλειψη οποιουδήποτε αυθαίρετου τυχαίου περιστατικού. Από αυτήν την άποψη οι φωτογραφίες της έχουν έναν επιβλητικό χαρακτήρα, σχεδόν μνημειακό». Ατομικές εκθέσεις: Symbioses, Curators without Borders (Βερολίνο, 2008)· Dystopia, Kanazawa Citizen’s Art Center (Kanazawa, 2006)· I Remember All of You, Γκαλερί Ελένη Κορωναίου (Αθήνα, 2005)· Galerie Deux (Τόκυο, 2000)· Open Closed Doors, Eigen+Art Gallery (Βερολίνο, 1999). Πρόσφατες ομαδικές εκθέσεις: Πολυγλωσσία, Ωνάσειο, Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών (Αθήνα, 2011)· The First Image, Centre Régional d’Art Contemporain, Languedoc Roussilon (Sète, 2009); Transexperiences, 798 SPACE (Πεκίνο, 2008)· Turbulance, 3η Τριενάλε του Ώκλαντ (2007)· The Passion and The Wave, 6η Μπιενάλε της Κωνσταντινούπολης (1999); La Casa, Il Corpo, Il Cuore, Museum Moderne Kunst Stiftung Ludwig (Βιέννη, 1999).

 

Η ελληνική λέξη για την επιστροφή είναι νόστος. Άλγος σημαίνει πόνος. Ως εκ τούτου η νοσταλγία είναι ο πόνος της άσβεστης επιθυμίας της επιστροφής. Για να εκφράσουν αυτήν τη θεμελιώδη έννοια, οι περισσότεροι Ευρωπαίοι διαθέτουν κάποια λέξη με ελληνική ρίζα (nostalgia, nostalgie), καθώς και άλλες λέξεις, με ρίζες στις εθνικές τους γλώσσες:  añoranza, λένε οι Ισπανοί, saudade, λένε οι Πορτογάλοι. Σε κάθε γλώσσα, οι λέξεις αυτές έχουν διαφορετικές εννοιολογικές αποχρώσεις. Σε πολλές περιπτώσεις, σημαίνουν μόνο τη λύπη που προκαλεί το γεγονός ότι είναι αδύνατη η επιστροφή στην πατρίδα: μια λαχτάρα για τη χώρα, για το σπίτι. Αυτό που οι Άγγλοι ονομάζουν homesickness. Ή οι Γερμανοί  Heimweh. Και οι Ολλανδοί: heimwee. Έτσι, όμως, υποβαθμίζεται αυτή η σπουδαία έννοια στο χωρικό της μόνο στοιχείο. Μια από τις αρχαιότερες ευρωπαϊκές γλώσσες, τα ισλανδικά (όπως και τα αγγλικά), διακρίνουν τους δύο όρους: söknuour: νοσταλγία με τη γενική έννοια και heimprá: λαχτάρα για την πατρίδα. Οι Τσέχοι διαθέτουν την ελληνικής καταγωγής λέξη nostalgie, καθώς και το δικό τους ουσιαστικό, stesk, και ρήμα. Η πιο παθιασμένη έκφραση αγάπης στα τσέχικα είναι styska  se  mi  po  tobe  («Λαχταρώ για σένα», «Σε νοσταλγώ», «Δεν μπορώ να αντέξω τον πόνο της απουσίας σου»). Στα ισπανικά, το añoranza προέρχεται από το ρήμα añorar  (νιώθω νοσταλγία), που προέρχεται από το καταλανικό enyorar, που με τη σειρά του ανάγεται στη λατινική λέξη ignorare (να μην έχεις επίγνωση, να μην γνωρίζεις, να μην έχεις βιώσει, να μην διαθέτεις ή να στερείσαι). Υπό αυτό το ετυμολογικό πρίσμα, η νοσταλγία παραπέμπει στον πόνο της άγνοιας, της έλλειψης γνώσης. Είσαι μακριά, κι εγώ δεν ξέρω τι έχεις απογίνει. Η χώρα μου βρίσκεται μακριά, και δεν γνωρίζω τι συμβαίνει εκεί. Ορισμένες γλώσσες αντιμετωπίζουν προβλήματα με την έννοια της νοσταλγίας: οι Γάλλοι μπορούν να την εκφράσουν μόνο με το ουσιαστικό από την ελληνική ρίζα και δε διαθέτουν σχετικό ρήμα. Μπορούν να πουν Je  mennuie  de  toi  (Μου λείπεις), ωστόσο το ρήμα sennuyer είναι ασθενές και ψυχρό -ή εν πάση περιπτώσει, υπερβολικά ελαφρύ για ένα τόσο βαρύ συναίσθημα. Οι Γερμανοί σπάνια χρησιμοποιούν τον ελληνικής ρίζας όρο Nostalgie, και συνήθως χρησιμοποιούν τον όρο Sehnsucht όταν αναφέρονται στην επιθυμία για κάτι που απουσιάζει. Ωστόσο, το Sehnsucht μπορεί να αναφέρεται τόσο σε κάτι που υπήρξε όσο και σε κάτι που δεν υπήρξε ποτέ (σε μια νέα περιπέτεια), και συνεπώς δεν υποδηλώνει κατ’ ανάγκην την ιδέα του νόστου. Για να περιληφθεί στο Sehnsucht ο πόθος της επιστροφής χρειάζεται μια συμπληρωματική φράση: Sehnsucht  nach  der  Vergangenheit, nach  der  verlorenen  Kindheit, nach  der  ersten  Liebe (λαχταρώντας το παρελθόν, τη χαμένη παιδική ηλικία, μια πρώτη αγάπη).

Μίλαν Κούντερα, από το βιβλίο Η Άγνοια, 2000                                            

Φωτογραφίες

Miramare, 2011, τύπωμα inject, παραχώρηση του καλλιτέχνη και της Eleni Koroneou Gallery, Αθήνα

Untitled (12th Istanbul Biennial), 2011 Biennale de Lyon