18 Σεπτεμβρίου – 18 Δεκεμβρίου 2011, Θεσσαλονίκη
Η Nadia Ayari γεννήθηκε το 1981 στην Τύνιδα. Ζει και εργάζεται στη Νέα Υόρκη. Σπούδασε ιστορία της τέχνης στο College of Arts and Sciences στο Πανεπιστήμιο της Βοστόνης (2004) και καλές τέχνες στην Graduate School of Arts and Sciences, στο Brandeis University (2005). Έκανε μεταπτυχιακές σπουδές ζωγραφικής στο Rhode Island School of Design (2007). Έχει πραγματοποιήσει τις εξής ατομικές εκθέσεις: Monya Rowe Gallery, Νέα Υόρκη (2011) / Luce, Τορίνο (2009) / Mehr Gallery, Νέα Υόρκη (2011). Έχει παρουσιάσει τη δουλειά της και σε ομαδικές εκθέσεις: Saatchi Gallery, Λονδίνο (2009) / Memorial Hall Gallery, Rhode Island School of Design, Providence (2009) / Monica De Cardenas Gallery, Zuoz, Ελβετία (2009) / Provincetown Art Association Museum, Provincetown, Μασαχουσέτη (2010) / Michael Rosenthal Gallery, Σαν Φρανσίσκο (2010) / 12η Μπιενάλε Κάιρο (2010) / Dubai Art Fair, Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα (2011) / Luce, Art Cologne, Κολωνία (2011). Επίσης, συμμετείχε στο επιμελητικό project Across Histories: Artist and Curator Talks, για το ArteEast που πραγματοποιήθηκε στο Elizabeth Foundation for the Arts, Νέα Υόρκη (2008) και στο Cabinet Space, Νέα Υόρκη (2009).
Το έργο Χωρίς Τοίχους: οι Νέες Τοιχογραφίες της Θεσσαλονίκης, διερευνά τον υβριδικό χαρακτήρα της Μεσογείου και τη διαχρονικότητα του πολιτισμού της, χρησιμοποιώντας την ιστορία της Θεσσαλονίκης ως επαγώγιμο.
Κατά τη διάρκεια της δουλειάς μου στο στρατόπεδο «Παύλος Μελάς», επικεντρώθηκα στη δημιουργία τοιχογραφιών, χρησιμοποιώντας μια τεχνική που διδάχθηκα στο Skowhegan της πολιτείας Μέιν των ΗΠΑ. Και τα τρία μικρής κλίμακας έργα αναπαριστούν καταπράσινα κλαδιά δέντρων, φορτωμένα με πορφυρά σύκα. Κάθε σύκο διαπερνάται από κάποιο μέρος του αναπαριστώμενου δέντρου. Σε δύο από τα έργα, ένα φύλλο διαπερνά την πορφυρή σάρκα του μεσογειακού φρούτου, προσδίδοντάς του ένα ζευγάρι από κόκκινα χείλη και μια μακριά πράσινη γλώσσα. Στο τρίτο έργο, τα απειλητικά φύλλα βρίσκονται σε επιφυλακή, ενώ είναι τα κλαδιά αυτά που διαπερνούν το πορφυρό δέρμα του σύκου, αφήνοντας στο καθένα το αποτύπωμα μιας λαμπερής ημισελήνου.
Μόλις ολοκλήρωσα τα εύθραυστα αυτά έργα, τα μετέφερα σε τρία τζαμιά της Θεσσαλονίκης που χρονολογούνται την εποχή της τουρκοκρατίας: στη Ροτόντα, στο Αλατζά Ιμαρέτ και στο Γενί Τζαμί. Εκεί, τα φωτογράφισα έξω από τα άλλοτε θρησκευτικού χαρακτήρα και χρήσης κτίρια. Η συμμετρία ανάμεσα στα έργα μου και την αρχαία αρχιτεκτονική ήταν εμφανής και αποτυπώνεται στις φωτογραφίες που τράβηξα, οι οποίες εκτυπώθηκαν στη συνέχεια για την έκθεση Ντόμινο.