Pae White

Γεννήθηκε το 1963 στην Πασαντένα της Καλιφόρνια. Σπούδασε στο Skowhegan School of Painting and Sculpture (Skowhegan, Μινεσότα) και στο Art Center College of Design (Pasadena, Καλιφόρνια). Πρόσφατες ατομικές εκθέσεις (επιλογή): The Art Institute of Chicago, Bluhm Family Terrace, (Σικάγο, 2011)˙ Material Mutters, The Power Plant (Τορόντο, 2010)˙ Dying Oak, St Louis Art Museum (Σαιντ Λούις, 2010)˙Lisa Bright and Dark, Scottsdale Museum of Contemporary Art (Scottsdale, 2008). Πρόσφατες ομαδικές εκθέσεις (επιλογή):  Contemplating The Void, Guggenheim Museum (Νέα Υόρκη, 2010)˙ Μπιενάλε του Μουσείου Whitney, Whitney Museum of American Art (Νέα Υόρκη, 2010)˙ Making Worlds, 53η  Μπιενάλε της Βενετίας (Βενετία, 2009)˙  Martian Museum of Terrestrial Art, Barbican Art Gallery (Λονδίνο, 2008)˙ Tales of Time and Space, Τριενάλε του Folkestone Triennial (Folkestone, 2008)˙  Skulptur Projekte Münster 07 (Münster, Γερμανία, 2007).    

 

Στο σύμπαν της Pae White, το βαμβάκι φαντασιώνεται, το αλουμινόχαρτο ονειρεύεται, και τολύπες καπνού ξετυλίγονται με τη σιγοκαίουσα ένταση μιας θεάς της οθόνης. Τα ταπεινά υλικά μιλούν και η White αφουγκράζεται τα μουρμουρητά τους.

Η πρακτική της White είναι να ανταποκρίνεται στις επιθυμίες καθημερινών αντικειμένων που παρέχουν αξιόπιστα τις ταπεινές υπηρεσίες τους -το έργο της συχνά βασίζεται σε υπέροχες παρεμβάσεις που μεταμορφώνουν απρόσιτους ή παραμελημένους χώρους. Εκ φύσεως συλλέκτρια, παθιάζεται με τη συσσώρευση αντικειμένων, δημιουργώντας λευκώματα με «έτοιμες εικόνες» και άλλα εφήμερα υλικά που κάποια στιγμή «γλιστρούν» στο έργο της. Απολαμβάνει τα πεταμένα κομμάτια χαρτιού, αντικείμενα που έχουν περιπέσει σε αχρηστία ή δυσμένεια, σαν τα ζαχαρωτά που απορρίπτονται ως παιδικές λιχουδιές ή τα συνηθισμένα φυτά που τα έχει καταδικάσει η κακή τους φήμη. Ακούει τις επιθυμίες αυτών των αντικειμένων και ανταποκρίνεται στη λαχτάρα τους να γνωρίσουν το μεγαλείο, αξιοποιώντας τά χορογραφικά για να δημιουργήσει εναργείς εικόνες που αιχμαλωτίζουν, δυναμώνοντας τις φωνές τους και αποδίδοντάς τους ηρωική υπόσταση, με μια ποιητική ευαισθησία που θυμίζει τα «απλά αμερικάνικα που μπορούν να τα διαβάσουν ακόμα και οι γάτες και οι σκύλοι»[1] της ποιήτριας Marianne Moore.

Το έργο της White είναι αβίαστο, καθάριο και αντιστέκεται στην ερμηνεία. Είναι πιο εύκολο να χαλαρώσει κανείς με την οργιαστική, αμεταμέλητη χρήση του χρώματος και την προφανή ομορφιά των δημιουργιών της. Δεν υποσκάπτει την εμπειρία αυτή χρησιμοποιώντας την ειρωνεία, δεν αποφεύγει ένα καλό λογοπαίγνιο, δεν ορρωδεί προ της προκλητικής οπτικής απόλαυσης, και δεν γελοιοποιεί. Παρότι το έργο της είναι συχνά περιβαλλοντικό και αρχιτεκτονικό, δε διακρίνεται από τον σφύζοντα εγωισμό μιας εξεζητημένης περφόρμανς που απολαμβάνει ναρκισσιστικά τον εαυτό της. Διεισδύει στις σελίδες ενός περιοδικού, μεταμορφώνει εγκαταλελειμμένους αστικούς χώρους σε τόπους συνάντησης σκύλων και διακοσμεί τα καθίσματα των λεωφορείων του Λος Άντζελες, μιας πόλης της οποίας οι συλλέκτες έργων τέχνης σπάνια παίρνουν το λεωφορείο. Και όμως, η πνευματική περιπλοκότητα του έργου ξεδιπλώνεται με ένα απλό τράβηγμα του σύρτη, ανοίγοντας σαν περίτεχνο ερμάριο γεμάτο θαύματα. Στη διαδικασία αυτή, φέρνει στο προσκήνιο τις φαινομενικά αφελείς ερωτήσεις που συνοδεύουν σταθερά τη σύγχρονη και μεταμοντέρνα τέχνη, του τύπου: «γιατί είναι αυτό τέχνη;» ή, στην περίπτωση της White, την εύθυμα εριστική, τύπου «αθώος μέχρις αποδείξεως του εναντίου» ερώτηση του Ντυσάν «γιατί να μην είναι αυτό τέχνη;».

 

Susan Emerling

 

 



[1] Marianne Moore, «England»  στο Complete Poems, Marianne Moore (Νέα Υόρκη: Penguin Classics, 1994), 46-47

Φωτογραφίες

Δείγματα Καλοκαιριού #15, 1998, ιστοί αράχνης σε χαρτί, 39 x 54.5 εκ.
Δείγματα Καλοκαιριού #13, 1998, ιστοί αράχνης σε χαρτί, 71.5 x 51 εκ

Untitled (12th Istanbul Biennial), 2011 Biennale de Lyon