Πηνελόπη Γεωργίου

Γεννήθηκε το 1949 στη Θεσσαλονίκη. Από το 1970 ζει στη Βιέννη, όπου για δύο χρόνια σπούδασε στο Max Reinhardt Seminar. Το 1977 σκηνοθέτησε το Πρωτόπλασμα του Φάουστ, στο οποίο η ίδια είχε τον ρόλο της Μαργαρίτας. Την επόμενη χρονιά, σκηνοθέτησε στο Δραματικό Κέντρο της Βιέννης το δικό της θεατρικό έργο Kunst  ohne  Höhepunkt. Κινηματογραφικές ταινίες: Petunia (1980), Tonis und Eleni (1982), Apostolos (1986), Hans (1989), Kallas und Kennedy (1991), Das Symposion (1994), Tierschutzkinowerbespot (1997), Tanzen in der Secession (2008). Projects: Das Schöne und Richtige Handeln, Secession (Βιέννη, 1993)· 3 Gespräche mit Philosophinnen, Depot (Vienna, 1996). Ομαδικές εκθέσεις (επιλογή): Die Minderung bei gesteigertem Wert, Galerie der Künstler (Μόναχο, 1992)· Oppositionen und Schwester felder, Secession (Βιέννη, 1993)· Man muss ganz schön viel lernen um hier zu funktionieren, Frankfurter Kunstverein (Φρανκφούρτη, 2000)· Neue Welt, Frankfurter Kunstverein (Φρανκφούρτη, 2001)· Fate of Alien Modes, Secession (Βιέννη, 2003)· The Bar, The Kunsthalle Athena (Αθήνα, 2010).

 

Η Πηνελόπη Γεωργίου, όπως λέει, έρχεται πάντα σε αμηχανία όταν της ζητούν να δώσει στοιχεία για την επαγγελματική-καλλιτεχνική δραστηριότητά της. Κυρίως για τον λόγο ότι τίποτα δεν ισχύει ακριβώς. Κι αυτό το «δεν ισχύει ακριβώς» αφορά τόσο τις έννοιες κατάταξης κατά είδος και ταξινόμησης καλλιτεχνικών κύκλων και κατευθύνσεων, όσο και ό,τι συμβαίνει μέσα σε αυτές. Πάντα βγαίνει κάτι που ουσιαστικά είναι άτυπο στη βάση του, σαν ένα αντι-σύστημα μέσα στο σύστημα. Είναι κάτι που δεν το επιδιώκει. Είναι κάτι που της συμβαίνει. Αυτό το «συμβαίνει» εμποδίζει κάθε εξήγηση. Ταυτόχρονα ίσως είναι αυτό που πάνω απ’ όλα τη δένει με τη δουλειά της. Κανένα «λάθος». Κανένα παραστράτημα. Πρέπει να ειπωθεί ότι η ίδια θεωρεί τον εαυτό της τόσο ευφυή όσο και περήφανο για το γεγονός ότι βλέπει αυτό ακριβώς ως το ουσιαστικά φυσιολογικό στην τέχνη. Αυτό για το οποίο δεν μπορεί να εκφραστεί με λόγια. Την έμπνευση. Η έμπνευση από μόνη της δεν κάνει την τέχνη, από εκεί και πέρα έρχεται η «ποίησις», η στιγμή της δουλειάς, της κατασκευής και του συλλογισμού. Κάνει ταινίες στις οποίες είναι η σκηνοθέτης και (μέχρι τώρα τουλάχιστον) είναι και η ηθοποιός τους. Εκτός αυτού έχει σκηνοθετήσει θέατρο, έχει διοργανώσει ένα συμπόσιο, έχει δημοσιεύσει κείμενα, έχει πάρει μέρος σε εκθέσεις. Παρόλα αυτά, αυτό που δεν είναι, είναι σκηνοθέτης, ηθοποιός, συγγραφέας, καλλιτέχνης περφόρμανς, εργάτρια της τέχνης (cultural worker). Όχι γιατί δε θα τα κατάφερνε. Μπορούμε να βρούμε παραδείγματα για το αντίθετο. Η καθαρή φόρμα δεν την ενδιαφέρει. Ακόμη την απωθεί το βάρος της έννοιας «σκηνοθέτης» ή «ηθοποιός». Βρίσκει ότι παραπέμπουν σε λάθος ερμηνεία. «Σκηνοθέτης» παραπέμπει προς τον ισχυρό, τον έχοντα εξουσία. «Ηθοποιός» παραπέμπει προς το γκλάμουρ. «Συγγραφέας» προς το βαρυσήμαντο. «Εργάτρια της τέχνης»; Όχι. Είναι μια άσχημη έκφραση και δεν είναι με τίποτα αυτό που θα ήθελε να είναι η ίδια. Εκτός αυτού είναι αδιάρρηκτα δεμένη με την τέχνη. Αν έμενε το «καλλιτέχνης»; «Καλλιτέχνιδα», αυτό ταιριάζει. Βγαίνει όμως πολύ βαρύγδουπο. Ακούγεται φαντασμένο. Η ίδια είναι μεν φιλάρεσκη αλλά όχι φαντασμένη. Η προσπάθεια κατάταξης δεν πετυχαίνει. Για αυτό θα έλεγε καλύτερα -σύμφωνα με τον Francois Villon: «Είμαι η Πηνελόπη και δε χρειάζεται να μου το συγχωρήσει κανείς». Όχι μια grande dame de l´art αλλά μια πεισματάρα. Η τελευταία αρχαία Ελληνίδα, όπως πίστευε και ο Reinhard Priessnitz. Ταλαντούχα και σε μια προκλητική σοφιστική.

 

H.S.

 

Φωτογραφίες

Πετούνια, 1980, ταινία 16mm, διάρκεια: 93΄, παραχώρηση του καλλιτέχνη
Στιγμιότυπο από την ταινία
Στιγμιότυπο από την ταινία
Στιγμιότυπο από την ταινία

Untitled (12th Istanbul Biennial), 2011 Biennale de Lyon