William Kentridge

Γεννήθηκε (1955) στο Γιοχάνεσμπουργκ της Νότιας Αφρικής όπου ζει και εργάζεται. Σπούδασε στο Πανεπιστήμιο του Witwatersrand (1976) και στο Art Foundation (1976-78) του Γιοχάνεσμπουργκ. Συνέχισε τις σπουδές του στην École Jacques Lecoq στο Παρίσι (1981-82). Από τη δεκαετία του 1990, το έργο του έχει παρουσιαστεί σε μουσεία και γκαλερί σε ολόκληρο τον κόσμο, όπως η Documenta του Κάσσελ (1997, 2003), το Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης της Νέας Υόρκης (1998, 2010), την Πινακοθήκη Albertina της Βιέννης (2010), το Jeu de Paume στο Παρίσι (2010). Η παραγωγή του Kentridge για τον Μαγικό Αυλό του Μότσαρτ παρουσιάστηκε στο Θέατρο de la Monnaie των Βρυξελλών, στο Φεστιβάλ της Aix, και το 2011 στη Σκάλα του Μιλάνου. Για να συνοδέψει τη μεγάλη έκθεση του στο Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης της Νέας Υόρκης, σκηνοθέτησε (2010) το έργο The Nose του Shostakovich για τη Μητροπολιτική Όπερα της ίδιας πόλης -η παραγωγή στη συνέχεια παρουσιάστηκε στο Φεστιβάλ της Aix και στη Λυών το 2011. Το 2010 στο Μουσείο του Λούβρου παρουσίασε τα Carnets d’Egypte, ένα project ειδικά σχεδιασμένο για την Αιγυπτιακή Αίθουσα του Μουσείου. Την ίδια χρονιά, τιμήθηκε με το περίφημο Kyoto Prize ως αναγνώριση για τη συνολική του προσφορά στο πεδίο των τεχνών και της φιλοσοφίας.

 

Το Zeno  Writing (Η Γραφή του Ζήνωνα), ένα project πολλαπλών μέσων του νοτιοαφρικανού καλλιτέχνη William Kentridge, που περιλαμβάνει ένα σύντομο φιλμ animation και συμπληρωματικά σχέδια, βασίζεται στο μυθιστόρημα του Italo Svevo Η Συνείδηση του Ζήνωνα (1923). Το μυθιστόρημα εκτυλίσσεται με φόντο τη βιομηχανική ανάπτυξη και τον πόλεμο κατά τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα και παρακολουθεί την ακραία κοινωνική μεταμόρφωση που βιώνει ο πρωταγωνιστής.

Οι ταινίες του Kentridge, φτωχές από τεχνική άποψη, είναι ωστόσο πλούσιες σε νοήματα και όραμα. Ξεκινά να εργάζεται πάνω σε μια απλή κόλλα χαρτί, σβήνοντας και ξαναδουλεύοντας επίμοχθα το σχέδιό του, και αποτυπώνοντας φωτογραφικά κάθε αλλαγή. Οι σιλουέτες του Kentridge […] είναι μόνο κατά το ήμισυ ανθρώπινες, και μοιάζουν ανθρώπινες μόνο από μια οπτική γωνία. Καθώς γυρνάνε και αλλάζουν κατά τη διάρκεια της ταινίας, αποκαλύπτεται ότι στην πραγματικότητα πρόκειται για κάθε άλλο παρά ανθρώπινες μηχανικές συσκευές.

Μιμούμενη την κίνηση του καπνού του τσιγάρου και των ελιγμών των πολεμικών αεροσκαφών, η γραφή στρέφει την προσοχή στον τίτλο της ταινίας. Ο Ζήνων, με την ενθάρρυνση του ψυχοθεραπευτή του, γράφει την αυτοβιογραφία του, ένα project τύπου «ρεύμα της συνείδησης», το οποίο ο Kentridge μεταφράζει σε οπτική μορφή. Τα δάκτυλα της δακτυλογράφου χορεύουν πάνω στη γραφομηχανή, υπό τον ήχο της επιστροφής του κυλίνδρου. Το τοπίο κυλάει οριζόντια, μιμούμενο την κίνηση των λέξεων στη σελίδα. Το τοπίο ξεκινά σαν μια αυλή με ξύλινο φράχτη που παραχωρεί τη θέση της στην εικόνα ενός ερημότοπου περικυκλωμένου από συρματόπλεγμα. Αυτή η μεταμόρφωση παραπέμπει στη διχοτόμηση ανάμεσα στην ειδυλλιακή  ζωή που θα ήθελε ο Ζήνων και τη βάναυση πραγματικότητα του πολέμου που τον περιβάλλει.

 

Όλο αυτό το πίσω-μπρος, η απώθηση και η έλξη, η διακοπή και η παύση, εκθέτει χωρίς καλλωπισμούς την εγγενή αβεβαιότητα του σύγχρονου κόσμου. Οι φιγούρες φέρουν οπές, είναι πλάσματα ασαφή ως προς την κατασκευή τους. «Υπόσχομαι στη γυναίκα μου να κόψω το κάπνισμα στις 2 το μεσημέρι». Κι αυτό ακόμα είναι αβέβαιο.

                                                                                            Amber Ladd

Φωτογραφίες


Untitled (12th Istanbul Biennial), 2011 Biennale de Lyon