18 Σεπτεμβρίου – 18 Δεκεμβρίου 2011, Θεσσαλονίκη
[…] Το Αλατζά Ιμαρετ ή Ισάκ Πασά τζαμί: Βρίσκεται λίγο πιο πάνω από την οδό Κασσάνδρου, ανάμεσα στις οδούς Αγ. Νικολάου, Γαλιλαίου και Σοφοκλέους, ανατολικά και σε μικρή απόσταση από τον Άγιο Δημήτριο, στο χώρο της πλατείας των Δημητρίων. Το τζαμί ονομαζόταν “Αλατζά Ιμαρέτ”, επειδή ο μιναρές του ήταν επενδυμένος με πολύχρωμες (“αλατζά”) πείρες και επειδή στο χώρο του λειτουργούσε και πτωχοκομείο (“ιμαρέτ”). Η άλλη ονομασία, “Ισάκ Πασά τζαμί” οφείλεται στο όνομα του ιδρυτή του. Το Αλατζά Ιμαρέτ είναι ένα ωραίο κτίσμα, με καθαρές αναλογίες και αρμονικές συμμετρίες.
Τσακτσίρα Λ., Παπανθίμου K., Μάντζιου Γ., Καλογήρου N., Θεσσαλονίκη, η πόλη και τα μνημεία, εκδ. Μαλλιάρης-Παιδεία, Θεσσαλονίκη, 2003
Αλατζά Ιμαρέτ, το Πολύχρωμο Πτωχοκομείο
Εάν έχεις γεννηθεί και μεγαλώσει στην Θεσσαλονίκη (όπως και σε άλλες πόλεις της Ελλάδας) συχνά διαπιστώνεις ότι εμπλέκεσαι συναισθηματικά σε ένα είδος παρανοϊκής αμηχανίας. Ειδικά στη Θεσσαλονίκη, όπου ελάχιστοι μπορούν να ανιχνεύσουν τη σχέση τους με την πόλη σε διάστημα μεγαλύτερο των τριών ή τεσσάρων γενεών, η κατάσταση είναι περίπλοκη. Αυτό συμβαίνει διότι έχει αποφασιστεί πως η σύγχρονη ιστορία της Ελλάδας πρέπει να βασίζεται σχεδόν εξ ολοκλήρου στην αρχαία ελληνική και βυζαντινή περίοδο. Ακούς ιστορίες από τους παππούδες σου που διαφέρουν δραματικά από αυτές που μαθαίνεις στο σχολείο. Τί συνέβη κατά τους αιώνες που μεσολάβησαν ανάμεσα στην αρχαιότητα και το σήμερα; Είναι εξάλλου γνωστό ότι τα νεότερα παραμύθια και οι μύθοι, η κουζίνα, οι συνήθειες, ο τρόπος σκέψης μας και ούτω καθεξής έχουν μεγαλύτερη συγγένεια με την ευρύτερη γεωγραφική περιοχή, παρά με το ένδοξο παρελθόν των Αρχαίων Ελλήνων.
Επιστρέφοντας ξανά στη Θεσσαλονίκη, αυτή τη φορά για τη Μπιενάλε, επέλεξα σκόπιμα το Αλατζά Ιμαρέτ ως χώρο που θα φιλοξενήσει την προσωπική μου επιμέλεια, ένα μικρό σκέλος στο κυρίως πρόγραμμα- (εφόσον ο καθένας μας είχε και αυτό το καθήκον πέρα από την κοινή μας καλλιτεχνική διεύθυνση) Για εμένα αποτελεί έναν χώρο συμβολικής αντίθεσης που σχηματίστηκε στην παιδική μου συνείδηση -σχηματισμένη κάπου ανάμεσα στην ανατολίτικη ψυχή και τον δυτικό ορθολογισμό.
Το Αλατζά Ιμαρέτ, το άλλοτε φημισμένο, πολύχρωμο τζαμί και πτωχοκομείο του 15ου αιώνα με τον πιο εντυπωσιακό μιναρέ της πόλης, από όπου πήρε και το όνομά του, μοιάζει σήμερα, κοιτάζοντάς το εξωτερικά, σχεδόν εγκαταλελειμμένο. Δεν είναι μόνιμα ανοικτό όπως τα μνημεία -λειτουργεί περιστασιακά ως εκθεσιακός χώρος. Η φήμη όμως δημιουργεί το δικό της μονοπάτι. Αυτό το είδα ξεκάθαρα όσες φορές περίμενα τον φύλακα να ανοίξει τις πόρτες κατά τη διάρκεια της εγκατάστασης. Σε λιγότερο από μια ώρα την καλοκαιρινή περίοδο, τουρίστες από όλον τον κόσμο, έκαναν τον κόπο να έρθουν σε αυτήν την κρυμμένη πυκνο-κατοικημένη περιοχή της πόλης, για να επισκεφτούν το Αλατζά Ιμαρέτ. Όχι τυχαία: γνώριζαν καλά περί τίνος πρόκειται. Δυστυχώς, συναντούσαν τις πόρτες κλειστές και τους εξωτερικούς τοίχους ζωγραφισμένους με γκράφιτι. Παρ’ όλα αυτά, ήταν (αν και όχι απόλυτα) ευτυχείς που κατάφεραν να φτάσουν στην αυλή του και ήταν πρόθυμοι να μοιραστούν ιστορίες για το μνημείο. Πέρα από τους παππούδες μου, ένας Αμερικάνος ήταν αυτός που μου έδωσε λεπτομερείς πληροφορίες για την αρχιτεκτονική και την ιστορία του.
Η μοίρα επίσης δημιουργεί το δικό της μονοπάτι. Το Αλατζά Ιμαρέτ, το πολύχρωμο τζαμί και πτωχοκομείο, ανακηρύχτηκε μνημείο από την ελληνική κυβέρνηση τον Ιανουάριο του 1926. Όμως έναν χρόνο νωρίτερα είχε φιλοξενήσει είκοσι οικογένειες προσφύγων από τη Μικρά Ασία που έφτασαν στο πλαίσιο της ανταλλαγής πληθυσμών (μιας βίαιης πράξης τόσο των Ελλήνων όσο και των Τούρκων) και έκαναν κατάληψη του χώρου. Αργότερα, μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, σε μια εποχή φτώχειας για την Ελλάδα που κράτησε από το 1952 μέχρι το 1960, το υπουργείο Υγείας προσέφερε δωρεάν σίτιση σε φοιτητές από τη γύρω περιοχή. Σήμερα, στη γειτονιά αυτή κατοικούν κυρίως πρόσφυγες από την πρώην Σοβιετική Ένωση. Γυναίκες μεγάλης ηλικίας κατεβάζουν καρέκλες και κάθονται με τις ώρες στην αυλή του, ενώ τριγύρω τους παίζουν παιδιά. Όλα αυτά γίνονται με σεβασμό. Μπορεί οι πόρτες του να είναι κλειστές, όμως το Αλατζά Ιμαρέτ μοιάζει να κατοικείται ακόμα και να παραμένει ζωντανό, όπως ήταν ίσως στο παρελθόν.
«Κάθε πράξη δημιουργεί έναν τόπο… που υπερθέτει τη δική του γεωγραφία στην επίσημη κρατική χαρτογραφία, ανακατεύοντας και θολώνοντάς την: προκαλεί τη δική της απόσχιση», υποστηρίζει η Αόρατη Επιτροπή στο βιβλίο The Coming Insurrection (Η Επικείμενη Εξέγερση). Η Ιστορία σήμερα μπορεί να βασίζεται σε κατασκευασμένες κοινότητες και σκόπιμες αποσιωπήσεις, ωστόσο η τέχνη, σαν ένα είδος μαγικής πράξης, προσφέρει πάντα διέξοδο από την αυστηρή, σε μια περισσότερο «επινοημένη» πραγματικότητα. Συχνά δεν αποτυπώνει απλώς τον πραγματικό χρόνο ή χώρο, αλλά προβλέπει ή ακόμα και επηρεάζει το μέλλον. Η χρήση του χρώματος ως συμβολικής αφετηρίας στην έκθεση είναι το κύριο χαρακτηριστικό αυτής της ενότητας. Το χρώμα χρησιμοποιείται μεταφορικά ως μέσο αντίστασης στην «κούφια» προπαγάνδα της εποχής μας. Χάρη στη συμβολή σημαντικών καλλιτεχνών και των έργων τους, ίσως μπορέσουμε να αντιμετωπίσουμε αυτό το κενό.
Ο πολύχρωμος μιναρές επανέρχεται στη θέση του μέσω του Γιώργου Σαπουντζή. Οι ιστορίες του Νασρεντίν Χότζα (ενός σούφι οραματιστή που λέγεται ότι έζησε τον 13ο αιώνα στη Μέση Ανατολή) με τις οποίες μεγάλωσε η γενιά μου στη Θεσσαλονίκη, καθώς οι περισσότεροι παππούδες μας είχαν έρθει από την Κωνσταντινούπολη ή τα παράλια της Μικράς Ασίας, συζητιούνται ξανά από τους Slavs and Tatars. Εδώ επίσης μπορεί ο επισκέπτης να βρει «οικιακές δημιουργίες» και εύθραυστα σουβενίρ, δημιουργίες της Pae White, τα οποία, μαζί με ένα σύνολο καυστικών κοσμικών σχεδίων (προερχόμενα από το υπερπέραν) του Πάνου Κουτρουμπούση, διαμορφώνουν κάλεσμα αντίστασης σε έναν περιορισμένο κόσμο. Ενώ ο «Εαυτός» (ο ανθρώπινος εαυτός) καταδικάζεται και αναθεωρείται -συνάμα- μέσα από δύο φιλμ, της Πηνελόπης Γεωργίου και του Ryan Trecartin.
Η ιδέα δεν ήταν πραγματικά να δώσουμε ξανά ζωή στον χώρο συνδέοντάς τον στενά με την ιστορία του, αλλά να προσθέσουμε κάτι στο ζωηρό πεπρωμένο του, ανιχνεύοντας την «ακραία ψευδαίσθηση» του κόσμου όπως τον γνωρίζουμε. Την Τέχνη.
Μαρίνα Φωκίδη