18 Σεπτεμβρίου – 18 Δεκεμβρίου 2011, Θεσσαλονίκη
Ανάμεσα στους περίφημους «Πύργους», δηλαδή τις επαύλεις με τους τεράστιους κήπους των μεγαλοαστικών οικογενειών της πόλης που στις αρχές του αιώνα άρχιζαν από τον Λευκό Πύργο και κατέληγαν στην Βίλλα Αλλατίνι, ξεχωριστή θέση κατείχε η κατοικία των Fernandez. Η οικογένεια του Ντίνο Ιωσήφ Φερνανδέζ-Διαζ (εβραίος ιταλικής υπηκοότητας), ήταν μια από τις σπουδαιότερες οικογένειες της Θεσσαλονίκης και αποτέλεσε μαζί με τους Modiano, Allatini και Morpurgo τους σημαντικότερους εμπορικούς οίκους. Το κτίριο έγινε γνωστό σαν Villa Blanche, Casa Bianca ή «Villa Fernandez και παρέμεινε στη θύμιση των παλιών και νέων κατοίκων της πόλης για τη λαμπρότητα, τον πλούτο και την μοναδική αρχιτεκτονική έκφραση.
Εύη Χαριτίδου-Μαυρουδή, Νεώτερα Μνημεία της Θεσσαλονίκης, εκδ. Υπουργείο Πολιτισμού / Υπουργείο Βορείου Ελλάδος / Θεσσαλονίκη 2300, Θεσσαλονίκη, 1985-1986
H Casa Bianca είναι μια οικία που προσφέρεται για σκέψη και συζήτηση από τότε που πρωτοκατασκευάστηκε μέχρι σήμερα: είναι ένας φόρος τιμής στον γραπτό λόγο και τη σχέση του με την εικόνα, αλλά και μια επικύρωση των απαιτήσεων μιας εσωστρεφούς ζωής. Έχοντας σημαδευτεί από την ιστορία της Θεσσαλονίκης, είναι ένας ιδανικός χώρος ανάδειξης και προβολής της παράδοσης της ανάγνωσης και της λογοτεχνίας. Ξεκινώντας με έναν φόρο τιμής στον Alberto Savinio (1891-1952) -τον καλλιτέχνη, συγγραφέα και μουσικό που γεννήθηκε και σπούδασε στην Αθήνα και υπηρέτησε με τον ιταλικό στρατό στη Θεσσαλονίκη το 1917- παρουσιάζει έναν σημαντικό αριθμό σύγχρονων έργων που εξετάζουν τη σημασία των λογοτεχνικών πηγών και τη θέση τους στη σύγχρονη καλλιτεχνική δημιουργία.
Paolo Colombo
Λόγος και εικόνα
Ο Ρόμπερτ Μούζιλ γράφει στο Ο Άνθρωπος χωρίς ιδιότητες (Γ’ Μέρος, κεφ. 55): «Η ένταση σε πολλά πορτραίτα -και είναι πορτραίτα, όχι απλώς φωτογραφίες, ακόμα και πραγμάτων- οφείλεται μεταξύ άλλων στο ότι σε αυτά η ατομική ύπαρξη ξεδιπλώνεται προς τον εαυτό της, ενώ παράλληλα αποκόπτεται από τον υπόλοιπο κόσμο». Οι λίγες αυτές λέξεις θα μπορούσαν να περιγράψουν πολλά από τα έργα που παρουσιάζονται, κυρίως όμως την εγκατάσταση του Manfredi Beninati: ένα εγκαταλελειμμένο δωμάτιο, κλειστό και απρόσιτο για τον θεατή. Πρόκειται για μια λογοτεχνική ματιά, στραμμένη προς το εσωστρεφές, σε αντίθεση με το επικοινωνιακό στοιχείο που είναι αποκλειστικά στραμμένο στον έξω κόσμο -ένα στοχαστικό βλέμμα που προϋποθέτει το δούναι χωρίς το λαβείν, το αντίθετο δηλαδή του καταναλωτή που αποσκοπεί στην οικειοποίηση ή στη μη-οικειοποίηση. Η εγκατάσταση του Beninati αμφισβητεί τη νομιμότητα της ατιμωρητί παραβίασης ενός κατωφλιού, είτε της τέχνης είτε ενός σπιτιού.
Η Κάζα Μπιάνκα (λευκό σπίτι) είναι έργο του Ιταλού αρχιτέκτονα Pietro Arrigoni, ο οποίος το σχεδίασε στις αρχές του 20ού αιώνα, και ανήκε στον Dino Fernandez Diaz (που αφιέρωσε το σπίτι στη σύζυγό του Bianca). Εβραίος ισπανικής καταγωγής, ο Fernandez Diaz απέφυγε -χάρη σε ένα ιταλικό διαβατήριο- τις απελάσεις των Γερμανών, τον Φεβρουάριο του 1943, που αποδεκάτισαν την εβραϊκή κοινότητα της Θεσσαλονίκης (τη μεγαλύτερη της Ευρώπης). Εντούτοις, ο ίδιος και η οικογένειά του σκοτώθηκαν αργότερα στην πρώτη σφαγή Εβραίων στην Ιταλία από τα γερμανικά SS, στην Meina, στη λίμνη Ματζόρε, στις 22 και 23 Σεπτεμβρίου του 1943.
Μπορεί η εσωτερική ματιά να στραφεί προς τον έξω κόσμο όταν έχει αντικρίσει τον τρόμο; Μπορεί να τον απεικονίσει; Ο Αντρέι Ρουμπλιόφ, στην ομώνυμη ταινία (1966) του Αντρέι Ταρκόφσκι, αρνήθηκε να ζωγραφίσει τη Δευτέρα Παρουσία, όταν έγινε μάρτυρας της βάναυσης τύφλωσης μοναχών από τον μεγάλο δούκα, και αποσύρθηκε στη σιωπή όταν το χωριό του Βλαντιμίρ λεηλατήθηκε και οι κάτοικοί του σφαγιάστηκαν από τους Τατάρους. Είναι η αιφνίδια σιωπή του τρόμου που προκαλεί η απώλεια κάθε λογικής, ο άνθρωπος που έχει χάσει την ανθρωπιά του, οι Γυμνές Μάσκες του Λουίτζι Πιραντέλο -σαν τα εύθραυστα σχέδια της Χριστιάνας Σούλου που θέλουν να χαθούν αντί να έρθουν στο προσκήνιο, ή σαν τα παραμορφωμένα, αιωρούμενα γυναικεία σώματα της Margherita Manzelli ή το γδαρμένο σώμα του Αγ. Βαρθολομαίου του Μιχαήλ Αγγέλου στην Καπέλα Σιξτίνα, που θριαμβεύει, με το μαχαίρι ανά χείρας, απελευθερωμένος επιτέλους από την ίδια του την εξωτερική εμφάνιση. Ωστόσο, σε ό,τι αφορά την Manzelli, όπως και τη Σούλου, δεν υπάρχει καμία απελευθέρωση, μόνο ένα κενό, τίποτε που να λειτουργεί ως αντίρροπο των σωμάτων, κανένας χώρος, καμία αντίσταση ή επιθυμία. Πρόκειται για τον θρίαμβο του μεστού περιεχομένου επί του νοήματος, ενός κόσμου χωρίς μεταφορές, του ιδωμένου επί της γνώσης. Φαίνεται πως ο Σαίξπηρ, προτού γράψει το Όνειρο Θερινής Νυκτός, είχε διαβάσει τον Χρυσό Γάιδαρο του Απουλήιου, το πρώτο μυθιστόρημα στα λατινικά που γράφτηκε τον 2ο αιώνα π. Χ. Ο πρωταγωνιστής, ο Λούκιος, κατασκοπεύει την κυρία του σπιτιού και την βλέπει να μεταμορφώνεται σε κουκουβάγια. Οδηγημένος από το πάθος του να μάθει το μυστικό της μεταμόρφωσης, τελικά μεταμορφώνει τον εαυτό του κατά λάθος σε γάιδαρο. Βλέπουμε και πάλι πώς η προσήλωση στην υλική κτήση οδηγεί στην απώλεια του εαυτού, όπως ο Οιδίποδας που τυφλώνεται όταν του αποκαλύπτεται η ενοχή του -δηλαδή όταν μετουσιώνεται ο χρησμός σε πραγματικότητα- όσο παρέμενε χρησμός, ο Οιδίποδας απέφευγε την άβυσσο, χάρη στην ψευδαίσθηση του μεταφορικού λόγου.
Όπως γράφει ο Νίτσε στην πραγματεία του Περί Αληθείας και Ψεύδους υπό Εξωηθική Έννοια, η ψευδαίσθηση είναι υπαίτια για την παραποίηση της αλήθειας και των εννοιών μέσω απατηλών μεταφορών. Όταν ο ενορατικός άνθρωπος θριαμβεύει επί του ορθολογικού ανθρώπου -γράφει ο Νίτσε- μπορεί να αναδυθεί ένας πολιτισμός όπως ο ελληνικός, όπου η τέχνη κυριαρχεί στη ζωή και όπου «αυτή η μεταμφίεση, αυτή η αποκήρυξη της φτώχειας, αυτή η χρυσόσκονη των μεταφορικών ενοράσεων και, εν γένει, αυτή η αμεσότητα της εξαπάτησης συνοδεύει κάθε γεγονός της ζωής: ούτε το σπίτι, ούτε η περπατησιά, ούτε τα ρούχα, ούτε τα πήλινα κανάτια φέρουν ενδείξεις ότι επινοήθηκαν για να ικανοποιήσουν κάποια επιτακτική ανάγκη. Μοιάζει σαν όλα τους να δημιουργήθηκαν για να εκφράσουν μια παράφορη ευτυχία, μια ολύμπια μακαριότητα ή επίσης μια ειρωνεία της σοβαρότητας». Κι όμως, ο σύγχρονος άνθρωπος που έχει αδειάσει αυτές τις μεταφορές από το περιεχόμενό τους και, περιορίζοντας τη γλώσσα στον κόσμο των αμιγώς απτών πραγμάτων, τους έχει αφαιρέσει την ικανότητα να εκφράζουν την περιπλοκότητα της ύπαρξης, παύει πλέον να θυμίζει τον νιτσεϊκό στωικό, το πρόσωπο του οποίου είναι «μια μάσκα με τα σημάδια της αξιοπρεπούς ισορροπίας», θυμίζοντας αντ’ αυτού τον Μπότομ, χαμένο στο δάσος, προβληματισμένο και αποκρουστικό. Η απώλεια του λόγου, της λέξης που έχει χάσει το νόημά της, μετατρέπεται απλώς σε έναν οπτικό τύπο και οδηγεί -από τον Σοφοκλή ως τον Σαίξπηρ- στην απώλεια του εαυτού. Οι λέξεις στις αρχαίες θρησκευτικές τοιχογραφίες επέχουν πάντοτε θέση λεζάντας -λειτουργούν ως κωδικός ανάγνωσης της εικόνας, όπως οι λεζάντες στις ταινίες του βωβού κινηματογράφου, όπου με μοντάζ εμφανίζεται ένα κείμενο σε μαύρο φόντο ως προαναγγελία της επόμενης σκηνής. Αντίθετα, όταν οι λέξεις αναμιγνύονται με την εικόνα, όπως συμβαίνει στα κόμιξ, στα διαφημιστικά μηνύματα ή στη μετάβαση από τις λεζάντες του βωβού κινηματογράφου στους υπότιτλους του ομιλούντος, η εικόνα παύει να παραπέμπει σε οτιδήποτε άλλο, και η αλήθεια -ή το ψεύδος κατά τον Νίτσε- αντικαθίσταται από ένα αέναο παρόν εναλλάξιμων, αυτοναφορικών και ατέρμονα επαναλήψιμων σχημάτων και λέξεων. Ως εκ τούτου, το αίνιγμα ενός θραύσματος, τα ερείπια του παρελθόντος που ξέβρασαν η θάλασσα και η ιστορία, η βάση των έργων του Savinio και των πρωταγωνιστών στις φωτογραφίες του Εμπειρίκου, υποκύπτουν σήμερα στον ξεριζωμένο και α-ιστορικό λόγο, παύοντας πλέον να αποτελούν μεταφορές ενός άλλου κόσμου. Μετατρέπονται απλώς σε οχήματα πληροφοριών. Έτσι, το έργο του William Kentridge, η ταινία Zeno Writing, εμπνευσμένη από το μυθιστόρημα του Italo Svevo (1923), μετατρέπεται ακόμα περισσότερο σε μείζονα καινοτομία, σε ένα καλλιτεχνικό πανόραμα όπου η μόνη δυνατή χρήση της γλώσσας παραμένει αυτή του προφορικού λόγου, του λόγου δηλαδή που απευθύνεται αποκλειστικά σε έναν εξωτερικό κόσμο. Στο μυθιστόρημα του Svevo, από το οποίο αντλεί ο Kentridge, ο πρωταγωνιστής διακόπτει τη θεραπεία με τον ψυχαναλυτή του, ο οποίος αποφασίζει να πάρει την εκδίκησή του από τον ασθενή δημοσιεύοντας τις σημειώσεις του. Ένας αντιήρωας, λοιπόν, που δραπετεύει και αρνείται -σε αντίθεση με τον Οιδίποδα- να δει τα μυστικά του να έρχονται στο φως, προτιμώντας να μας αφήσει λέξεις επιρρεπείς στις ψευδαισθήσεις και το ψεύδος, σε ένα αέναα αναβαλλόμενο και ουδέποτε αναπαριστώμενο παρών. Ο Kentridge χρησιμοποιεί τις λέξεις χωρίς ποτέ να τις θέτει εκτός πλαισίου, και πετυχαίνει ακολουθώντας στο έργο του την αντίθετη κατεύθυνση από αυτήν της ποπ αρτ: δεν μετασχηματίζει τις λέξεις σε εικόνες, αλλά αποκαθιστά τη λεκτική ιδιότητα της εικόνας. Σε αυτό το Domaine intérieur που ο Ανδρέας Εμπειρίκος γνώριζε ότι μπορεί να μεταφράσει σε σχήματα εφόσον μιλούσε με ποίηση, δηλαδή στον εαυτό του και ποτέ προς κάποιο κοινό. Έτσι, φτάνουμε στον τελευταίο στίχο του ποιήματος Η Στιλβηδών (Ενδοχώρα): Κι η σφιγξ (λογοπαίγνιο του «σφίγγω») μας συνθλίβει επί του στήθους της / Στην στίλβουσα σιωπή του φάρου. Η σφίγγα τιμωρεί όσους εκφυλίζουν το αίνιγμα ανάγοντάς το στην πραγματικότητα και επιβραβεύει όσους συνθέτουν σύμβολα. Εκ φύσεως, τα σύμβολα είναι τέκνα των ονείρων και των ψευδαισθήσεων, όπως αναφέρει στην κριτική του ο Νίτσε. Ωστόσο, εάν ο μύθος που αποτελεί την άμεση αναπαράστασή τους δεν είναι αληθινός, συμβαίνει πάντοτε και μπορεί πάντα να ανασυντίθεται, όπως στα κολάζ της σειράς Ελληνική Μυθολογία, τα οποία δημιούργησε ο Νάνος Βαλαωρίτης την περίοδο 1963-1975, χρησιμοποιώντας, παίζοντας και αντικαθιστώντας το περιεχόμενο και τις προσωπικότητες της ελληνικής μυθολογίας με εικόνες από την βικτοριανή εποχή. Εδώ ο σουρεαλισμός επιδεικνύει όλη του τη ζωτικότητα, μέσα από το έργο σύγχρονων καλλιτεχνών όπως οι Pierpaolo Campanini, Παύλος Νικολακόπουλος και Imran Qureshi που επέλεξαν την περιπλοκότητα του στοχαστικού συμβολισμού έναντι της απλουστευτικότητας της αφιερωμένης στην εκλαΐκευση κυριολεξίας. Μόνο τέτοια έργα μπορούν να επαναφέρουν την Εστία -την αδελφή του Δία και προστάτιδα θεά της οικογενειακής ζωής και της οικογένειας- στην Κάζα Μπιάνκα, σε ένα σπίτι του οποίου το παρελθόν ανήκε σε έναν άνθρωπο που έχασε με τρομακτικό τρόπο τη ζωή του και τους αγαπημένους του. Για την ακρίβεια, μόνον η περιπλοκότητα μπορεί να αποκαταστήσει τις ανθρώπινες ιδιότητες στον νιτσεϊκό στωικό που είναι απρόσβλητος από τον μύθο και την ψευδαίσθηση. Τα γνωρίσματα αυτά είναι τα ίδια με του Οδυσσέα, τον οποίο παραδίδει η θάλασσα στον Τηλέμαχο ως γέρο μετανάστη, γυμνό και ταπεινωμένο, και όχι ως τον βασιλιά μιας κατακτημένης εστίας.
Angela Maria Piga